power station
power
ˈpaʊə
pawe
sta
steɪ
stei
tion
ʃən
shēn

Ορισμός και σημασία του "power station"στα αγγλικά

01

σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας

a facility that generates electricity on a large scale 
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
power stations
Παραδείγματα
The coal-fired power station supplies electricity to the entire city. 

Ο σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που λειτουργεί με άνθρακα τροφοδοτεί με ηλεκτρικό ρεύμα ολόκληρη την πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store