power shovel
power
ˈpaʊə
pawe
sho
ʃʌ
sha
vel
vəl
vēl

Ορισμός και σημασία του "power shovel"στα αγγλικά

01

εκσκαφέας, μηχανή εκσκαφής

a machine for excavating 
power shovel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
power shovels

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store