power plant
Pronunciation
/ˈpaʊɚ plænt/

Ορισμός και σημασία του "power plant"στα αγγλικά

01

εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ηλεκτρικός σταθμός

a large building in which electricity is made
power plant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
power plants
Παραδείγματα
Scientists are researching ways to make geothermal power plants more efficient to tap into the Earth's natural heat for energy production.
Οι επιστήμονες ερευνούν τρόπους να κάνουν τις γεωθερμικές ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες πιο αποτελεσματικές για να αξιοποιήσουν τη φυσική θερμότητα της Γης για την παραγωγή ενέργειας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store