power plant
power
paʊə
pawe
plant
plɑ:nt
plaant

Ορισμός και σημασία του "power plant"στα αγγλικά

01

εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ηλεκτρικός σταθμός

a large building in which electricity is made 
power plant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
power plants
Παραδείγματα
The massive hydroelectric power plant harnessed the power of the rushing river to generate clean electricity. 

Το τεράστιο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο αξιοποίησε τη δύναμη του βιαστικού ποταμού για να παράγει καθαρή ηλεκτρική ενέργεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store