potto
po
ˈpɒ
po
tto
təʊ
tew
potatoporto

Ορισμός και σημασία του "potto"στα αγγλικά

01

πόττο, μικρό νυκτόβιο πρωτεύον

a small nocturnal primate that has a short tail and moves very slowly, living in the rainforests of Africa 
potto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pottos
02

πόττο, ένα είδος λεμούριου

a kind of lemur 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store