pothole
pot
ˈpɑt
πατ
hole
ˌhoʊl
χουλ
/pˈɒthə‍ʊl/

Ορισμός και σημασία του "pothole"στα αγγλικά

01

λακκούβα, τρωτώδες στο δρόμο

a small, often deep, depression in a road surface caused by wear, weather, and traffic
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
potholes
Παραδείγματα
Potholes often form after the winter freeze-thaw cycles.
Οι λακκούβες συχνά σχηματίζονται μετά τους κύκλους πάγωσης-απόψυξης του χειμώνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store