pothole
pot
ˈpɒt
pot
hole
həʊl
hewl
postholeporthole

Ορισμός και σημασία του "pothole"στα αγγλικά

01

λακκούβα, τρωτώδες στο δρόμο

a small, often deep, depression in a road surface caused by wear, weather, and traffic 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
potholes
Παραδείγματα
He swerved to avoid a large pothole in the street. 

Στρίβει για να αποφύγει ένα μεγάλο λακκούβα στο δρόμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store