potentate
potentate
'pəʊtənteɪt
pewtēnteit
potentiate

Ορισμός και σημασία του "potentate"στα αγγλικά

01

αυτοκράτορας, κυρίαρχος

someone who rules over people and possesses absolute control and power 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
potentates
Παραδείγματα
The ancient empire was ruled by a potentate who had control over every aspect of daily life. 

Η αρχαία αυτοκρατορία κυβερνήθηκε από έναν αυτοκράτορα που είχε τον έλεγχο πάνω σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store