baking soda
Pronunciation
/bˈeɪkɪŋ sˈoʊdə/

Ορισμός και σημασία του "baking soda"στα αγγλικά

01

μαγειρική σόδα, διττανθρακικό νάτριο

a chemical compound commonly used in baking as a leavening agent to help dough and batters rise
baking soda definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Baking soda sprinkled on a damp cloth effectively removed coffee and tea stains from cups and mugs.
Το μαγειρική σόδα πασπαλισμένο σε ένα υγρό πανί αφαίρεσε αποτελεσματικά τις κηλίδες καφέ και τσαγιού από τα κύπελλα και τα κούπες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store