potable
po
ˈpəʊ
pew
table
təbl
tēbl
portable

Ορισμός και σημασία του "potable"στα αγγλικά

01

ποτό, πόσιμο νερό

any liquid suitable for drinking 
potable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
potables
01

πόσιμος, ασφαλής για κατανάλωση

(of water) safe for consumption 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most potable
συγκριτικός βαθμός
more potable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The river was once polluted, but now its water is potable due to successful conservation efforts. 

Ο ποταμός ήταν κάποτε μολυσμένος, αλλά τώρα το νερό του είναι πόσιμο λόγω επιτυχημένων προσπαθειών διατήρησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store