potable
po
ˈpoʊ
που
ta
τα
ble
bəl
μπαλ
/pˈə‍ʊtəbə‍l/

Ορισμός και σημασία του "potable"στα αγγλικά

01

ποτό, πόσιμο νερό

any liquid suitable for drinking
potable definition and meaning
01

πόσιμος, ασφαλής για κατανάλωση

(of water) safe for consumption
Παραδείγματα
The city invested in a new treatment plant to ensure that all tap water was potable.
Η πόλη επένδυσε σε ένα νέο εργοστάσιο επεξεργασίας για να διασφαλίσει ότι όλο το νερό της βρύσης ήταν πόσιμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store