Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Postmark
01
ταχυδρομική σφραγίδα, γραμματόσημο
an official mark or impression made on a letter, package, or other mail item by the postal service, indicating the date, time, and place of mailing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
postmarks
to postmark
01
σφραγίζω, βάζω ταχυδρομική σφραγίδα
stamp with a postmark to indicate date and time of mailing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
postmark
γ΄ ενικό πρόσωπο
postmarks
ενεστώτα μετοχή
postmarking
απλός αόριστος
postmarked
παθητική μετοχή
postmarked



























