poster
pos
ˈpəʊs
pews
ter
tə
tē
porterposerpouterpester

Ορισμός και σημασία του "poster"στα αγγλικά

01

αφίσα, ποστέρ

a large printed picture or notice, typically used for advertising or decoration 
poster definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
posters
Παραδείγματα
The vibrant movie poster hanging in the theater lobby caught the attention of every passerby with its stunning visuals and bold colors. 

Το ζωντανό αφίσα της ταινίας που κρέμονταν στο φουαγιέ του θεάτρου τράβηξε την προσοχή κάθε περαστικού με τα εντυπωσιακά οπτικά και τα τολμηρά χρώματα του.

02

ταχυδρομικό άλογο, άλογο για ταξιδιώτες

a horse kept at an inn or post house for use by mail carriers or for rent to travelers 
03

αφισατζής, κολλητής αφισών

someone who pastes up bills or placards on walls or billboards 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

imposter
poster
post
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store