Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Posology
01
ποσολογία
the branch of pharmacology focusing on the dosages of medicines and drugs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
posologies
LanGeek



























