posology
po
πα
so
ˈsɒ
σο
lo
λα
gy
ʤi
τζι
poenologypomology

Ορισμός και σημασία του "posology"στα αγγλικά

01

ποσολογία

the branch of pharmacology focusing on the dosages of medicines and drugs 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
posologies

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store