Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Baitcasting
01
τεχνική baitcasting, μέθοδος baitcasting
a fishing technique using a baitcasting reel mounted on top of a casting rod
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
baitcastings
Παραδείγματα
He prefers baitcasting for its ability to cast heavy lures long distances.
Προτιμά το baitcasting για την ικανότητά του να ρίχνει βαριά δολώματα σε μεγάλες αποστάσεις.
Λεξικό Δέντρο
baitcasting
bait
casting



























