poplar tree
pop
ˈpɒp
pop
lar
tree
tri:
tri

Ορισμός και σημασία του "poplar tree"στα αγγλικά

01

λεύκα, δέντρο λεύκας

a tall, fast-growing tree with light wood and often triangular leaves 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
poplar trees
Παραδείγματα
They planted a row of poplar trees along the road. 

Φύτευσαν μια σειρά από λεύκες κατά μήκος του δρόμου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store