Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pop in
[phrase form: pop]
01
πέφτω, κάνω μια σύντομη επίσκεψη
to make a short, usually unplanned, visit to a place or person
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
pop
ενεστώτας
pop in
γ΄ ενικό πρόσωπο
pops in
ενεστώτα μετοχή
popping in
απλός αόριστος
popped in
παθητική μετοχή
popped in
Παραδείγματα
Whenever he 's in town, he likes to pop in and check on his old friends.
Όποτε βρίσκεται στην πόλη, του αρέσει να πέφτει και να ελέγχει τους παλιούς του φίλους.



























