poof
poof
pʊf
poof
proof

Ορισμός και σημασία του "poof"στα αγγλικά

01

πουστής, αδερφή

a gay man, often implying effeminacy 
Dialectbritish flagBritish
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
poofs
αρσενικό ενικό
poof
neutral form
gay person
Παραδείγματα
That poof showed off his new jacket. 

Αυτός ο πουστης επιδείχθηκε το νέο του σακάκι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store