Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bagpipe
01
γκάιντα, σκωτσέζικη γκάιντα
a wind instrument with a reed and several sticks, played by squeezing a bag and blowing through one of its pipes, originated from Scotland
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bagpipes
Παραδείγματα
The bagpipe is a traditional Scottish musical instrument with a distinctive sound.
Ο γκάιντα είναι ένα παραδοσιακό σκοτσέζικο μουσικό όργανο με ξεχωριστό ήχο.
Λεξικό Δέντρο
bagpipe
bag
pipe



























