polytechnic
po
ˌpɒ
po
ly
li
tech
ˈtɛk
tek
nic
nɪk
nik
pyrotechnic

Ορισμός και σημασία του "polytechnic"στα αγγλικά

01

πολυτεχνείο, τεχνική σχολή

a school or institution that offers vocational courses 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
polytechnics
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store