Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Polytechnic
01
πολυτεχνείο, τεχνική σχολή
a school or institution that offers vocational courses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
polytechnics
LanGeek



























