polysyllable
po
ˈpɒ
po
ly
li
li
sy
si
lla
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "polysyllable"στα αγγλικά

01

πολυσύλλαβη λέξη, πολυσύλλαβο

a word that possesses more than one syllable 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
polysyllables
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store