Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Political correctness
01
πολιτική ορθότητα, πολιτικά ορθό
the use of language, behavior, or policies that are intended to avoid offense or discrimination towards certain groups of people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The company adopted political correctness in its advertisements to ensure they were inclusive of all ethnic groups.
Η εταιρεία υιοθέτησε την πολιτική ορθότητα στις διαφημίσεις της για να διασφαλίσει ότι περιλαμβάνουν όλες τις εθνικές ομάδες.



























