Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Policeman
01
αστυνομικός, αξιωματικός αστυνομίας
a man whose job is to protect people, catch criminals, and make sure that laws are obeyed
Παραδείγματα
The policeman took the time to speak with local residents, fostering a sense of trust and cooperation within the community.
Ο αστυνομικός βρήκε το χρόνο να μιλήσει με τους ντόπιους κατοίκους, ενισχύοντας μια αίσθηση εμπιστοσύνης και συνεργασίας στην κοινότητα.



























