Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pointillism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pointillisms
Παραδείγματα
The gallery displayed a pointillism of a bustling Paris street.
Η γκαλερί παρουσίασε ένα πουαντιγισμό μιας πολυσύχναστης οδού του Παρισιού.
02
ποιντιγισμός, τεχνική των κουκκίδων
a group or school of painters who employed the technique of applying tiny dots of pure color to produce optical blending in the viewer's eye
Παραδείγματα
Seurat and Signac were pioneers of pointillism.
Ο Σερά και ο Σινιάκ ήταν πρωτοπόροι του ποιντιγισμού.
Λεξικό Δέντρο
pointillism
pointille



























