Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pointed arch
01
αιχμηρό τόξο, γοτθικό τόξο
an architectural element characterized by a sharp, pointed shape formed by two curved segments that meet at the apex
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pointed arches



























