Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Podcast
01
podcast, ψηφιακό ακουστικό πρόγραμμα
a digital audio program that is available for download or streaming on the Internet, typically produced in a series format covering a wide range of topics
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
podcasts
Παραδείγματα
She listens to a history podcast on her way to work.
Ακούει ένα podcast ιστορίας στο δρόμο για τη δουλειά.
to podcast
01
κάνω podcast, δημοσιεύω ως podcast
to make a TV or radio program available on the internet as a digital audio file, so that it can be streamed or downloaded
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
podcast
γ΄ ενικό πρόσωπο
podcasts
ενεστώτα μετοχή
podcasting
απλός αόριστος
podcasted
παθητική μετοχή
podcasted
Λεξικό Δέντρο
podcast
pod
cast



























