plant life
plant
plɑ:nt
plaant
life
laɪf
laif

Ορισμός και σημασία του "plant life"στα αγγλικά

01

φυτική ζωή, χλωρίδα

(botany) a living organism lacking the power of locomotion 
plant life definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plant lives
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store