Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pizza parlor
01
πιτσαρία, εστιατόριο πίτσας
a shop where pizzas are made and sold
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pizza parlors
LanGeek



























