Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pinot
01
πινο, σταφυλι πινο
any of several purple or white wine grapes used especially for Burgundies and champagnes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pinots



























