pine nut
pine
paɪn
pain
nut
nʌt
nat

Ορισμός και σημασία του "pine nut"στα αγγλικά

01

κουκουνάρι, καρύδι πεύκου

a small edible seed with buttery texture harvested from pine trees 
pine nut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pine nuts
Παραδείγματα
They went for a hike in the woods and found a pine tree with abundant pine nuts. 

Πήγαν για πεζοπορία στο δάσος και βρήκαν ένα πεύκο με άφθονα κουκουνάρια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store