Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pilot whale
01
φάλαινα πιλότος, γλοιόφθαλμος
a species of toothed whale known for their large size, distinctive appearance, and social behavior
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pilot whales
LanGeek



























