pilot whale
pi
ˈpaɪ
pai
lot
lət
lēt
whale
weɪl
veil

Ορισμός και σημασία του "pilot whale"στα αγγλικά

01

φάλαινα πιλότος, γλοιόφθαλμος

a species of toothed whale known for their large size, distinctive appearance, and social behavior 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pilot whales

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store