back saw
back
bæk
μπαικ
saw
sɔ:
σο
backsaw

Ορισμός και σημασία του "back saw"στα αγγλικά

01

πριόνι με ράχη, πριόνι με ενισχυμένη πλάτη

a type of hand saw with a reinforced back edge that provides stability and rigidity to the thin, fine-toothed blade 
back saw definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
back saws
Παραδείγματα
I find that a back saw works better than a regular saw for making detailed, clean cuts. 

Βρίσκω ότι ένα πριόνι πλάτης λειτουργεί καλύτερα από ένα κανονικό πριόνι για την κατασκευή λεπτομερών, καθαρών κοψίμων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store