Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to back off
01
υποχωρώ, απομακρύνομαι
to move away from a person, thing, or situation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
back
ενεστώτας
back off
γ΄ ενικό πρόσωπο
backs off
ενεστώτα μετοχή
backing off
απλός αόριστος
backed off
παθητική μετοχή
backed off
Παραδείγματα
The hiker encountered a bear and wisely chose to back off slowly.
Ο πεζοπόρος συνάντησε μια αρκούδα και επιλέγοντας σοφά να υποχωρήσει αργά.
02
υποχωρώ, αποσύρομαι
to no longer be involved in a task or obligation
Intransitive
Παραδείγματα
The employee was advised to back off temporarily for health reasons.
Συμβουλεύτηκε ο υπάλληλος να αποσυρθεί προσωρινά για λόγους υγείας.
03
υποχωρώ, αφήνω να αντιμετωπίσει μόνος του
to avoid telling someone what to do or criticizing them, allowing the person to handle the situation on their own
Intransitive
Παραδείγματα
Teachers should know when to back off and let students navigate challenges.
Οι δάσκαλοι πρέπει να ξέρουν πότε να υποχωρήσουν και να αφήσουν τους μαθητές να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις.



























