Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Picture taking
01
λήψη φωτογραφιών, φωτογραφία
the act of taking and printing photographs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























