piano
pia
ˈpiæ
piā
no
nəʊ
new
plano

Ορισμός και σημασία του "piano"στα αγγλικά

01

πιάνο

a musical instrument we play by pressing the black and white keys on the keyboard 
piano definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pianos
Παραδείγματα
I learned how to read sheet music to play the piano. 

Έμαθα να διαβάζω παρτιτούρα για να παίζω πιάνο.

02

πιάνο, πιανίσιμο

(music) low loudness 
01

απαλός, σε χαμηλό τόνο

(used chiefly as a direction or description in music) soft; in a quiet, subdued tone 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
01

πιάνο

used as a direction in music; to be played relatively softly 
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store