Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Piano
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pianos
Παραδείγματα
I learned how to read sheet music to play the piano.
Έμαθα να διαβάζω παρτιτούρα για να παίζω πιάνο.
02
πιάνο, πιανίσιμο
(music) low loudness
piano
01
απαλός, σε χαμηλό τόνο
(used chiefly as a direction or description in music) soft; in a quiet, subdued tone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
piano
01
πιάνο
used as a direction in music; to be played relatively softly
γραμματικές πληροφορίες



























