pianissimo
Pronunciation
/piənˈɪsɪmˌoʊ/

Ορισμός και σημασία του "pianissimo"στα αγγλικά

01

πιανίσιμο

(music) low loudness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pianissimos
pianissimo
01

πολύ απαλό

(chiefly a direction or description in music) very soft
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store