Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pianissimo
01
πιανίσιμο
(music) low loudness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pianissimos
pianissimo
01
πολύ απαλό
(chiefly a direction or description in music) very soft
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
music, sound
LanGeek



























