Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Piaffe
01
πιάφ
a cadenced trot executed by the horse in one spot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
piaffes
02
πεισματάρης
obstinate in your opinions



























