piaffe
piaffe
paɪəf
paief
/pˈaɪəf/

Ορισμός και σημασία του "piaffe"στα αγγλικά

01

πιάφ

a cadenced trot executed by the horse in one spot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
piaffes
02

πεισματάρης

obstinate in your opinions
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store