physique
phy
fi
sique
ˈzi:k
zik
misspeakcritiqueboutiquemystique

Ορισμός και σημασία του "physique"στα αγγλικά

01

σωματική διάπλαση, φυσιογνωμία

the natural constitution or physical structure of a person 
physique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His tall physique made him stand out in the crowd. 

Το ψηλό του σωματότυπο τον έκανε να ξεχωρίζει στο πλήθος.

02

σωματική διάπλαση, μυϊκή δομή

the trained, muscular structure of a person's body 
physique definition and meaning
αργκό
Παραδείγματα
He's proud of his physique after months at the gym. 

Είναι περήφανος για τη σωματική του διάπλαση μετά από μήνες στο γυμναστήριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store