physique
Pronunciation
/fəˈzik/

Ορισμός και σημασία του "physique"στα αγγλικά

01

σωματική διάπλαση, φυσιογνωμία

the natural constitution or physical structure of a person
physique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Age can affect the changes in one 's physique.
Η ηλικία μπορεί να επηρεάσει τις αλλαγές στη φυσική διάπλαση ενός ατόμου.
02

σωματική διάπλαση, μυϊκή δομή

the trained, muscular structure of a person's body
physique definition and meaning
slang
Παραδείγματα
A balanced diet helps maintain a healthy physique.
Μια ισορροπημένη δίαιτα βοηθά στη διατήρηση μιας υγιεινής σωματικής διάπλασης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store