physiography
phy
ˌfɪ
fi
siog
ˈziɒg
ziog
ra
phy
fi
fi

Ορισμός και σημασία του "physiography"στα αγγλικά

01

φυσιογραφία, μελέτη των φυσικών χαρακτηριστικών της Γης

the study of Earth's physical characteristics 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store