physicist
Pronunciation
/ˈfɪzɪsɪst/

Ορισμός και σημασία του "physicist"στα αγγλικά

01

φυσικός, φυσικός

an individual who is trained in physics
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
physicists
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store