physicalism
phy
ˈfɪ
fi
si
zi
ca
li
li
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "physicalism"στα αγγλικά

01

φυσικαλισμός, υλισμός

(philosophy) the philosophical theory that matter is the only reality 
physicalism definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
physicalisms
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store