Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Physicalism
01
φυσικαλισμός, υλισμός
(philosophy) the philosophical theory that matter is the only reality
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
physicalism
physical



























