Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
phylogenetic
01
φυλογενετικός, φυλογενετικός
of or relating to the evolutionary development of organisms
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φυλογενετικός, φυλογενετικός