phyllo
phy
ˈfɪ
fi
llo
ləʊ
lew
willowchiloepillowpipilo

Ορισμός και σημασία του "phyllo"στα αγγλικά

01

πολύ λεπτά φύλλα ζύμης που χρησιμοποιούνται ειδικά σε ελληνικά πιάτα, ζύμη φύλλο

tissue thin sheets of pastry used especially in Greek dishes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store