photon
pho
ˈfəʊ
few
ton
tɒn
ton
proton

Ορισμός και σημασία του "photon"στα αγγλικά

01

φωτόνιο, κβάντο φωτός

a fundamental particle of light that carries electromagnetic energy and exhibits both particle-like and wave-like properties 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
photons
Παραδείγματα
Photons are the quanta of electromagnetic radiation, including visible light, radio waves, and X-rays. 

Τα φωτόνια είναι τα κβάντα της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, συμπεριλαμβανομένου του ορατού φωτός, των ραδιοκυμάτων και των ακτίνων Χ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store