Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Photometer
01
φωτόμετρο, μετρητής φωτός
a tool used for measuring the power of light
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
photometers
02
φωτόμετρο, όργανο μέτρησης της φωτεινής έντασης
measuring instrument for measuring the luminous intensity of a source by comparing it (visually or photoelectrically) with a standard source
Λεξικό Δέντρο
microphotometer
photometer



























