photograph
Pronunciation
/ˈfoʊtəˌɡræf/
photo

Ορισμός και σημασία του "photograph"στα αγγλικά

01

φωτογραφία

a special kind of picture that is made using a camera in order to make memories, create art, etc.
photograph definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
photographs
Παραδείγματα
She took a beautiful photograph of the sunset over the ocean.
Πήρε μια όμορφη φωτογραφία του ηλιοβασιλέματος πάνω από τον ωκεανό.
to photograph
01

φωτογραφίζω, βγάζω φωτογραφία

to use a camera to take a picture of something
Transitive: to photograph a scene
to photograph definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
photograph
γ΄ ενικό πρόσωπο
photographs
ενεστώτα μετοχή
photographing
απλός αόριστος
photographed
παθητική μετοχή
photographed
Παραδείγματα
He photographed wildlife during his travels.
Φωτογράφισε την άγρια ζωή κατά τα ταξίδια του.
02

φωτογραφίζομαι, φαίνομαι καλά στη φωτογραφία

to look a certain way when captured in a photo
Intransitive: to photograph in a specific manner
Παραδείγματα
He photographs better with a smile than with a serious expression.
Φωτογραφίζεται καλύτερα με ένα χαμόγελο παρά με μια σοβαρή έκφραση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store