Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Photograph
01
φωτογραφία
a special kind of picture that is made using a camera in order to make memories, create art, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
photographs
Παραδείγματα
She took a beautiful photograph of the sunset over the ocean.
Πήρε μια όμορφη φωτογραφία του ηλιοβασιλέματος πάνω από τον ωκεανό.
to photograph
01
φωτογραφίζω, βγάζω φωτογραφία
to use a camera to take a picture of something
Transitive: to photograph a scene
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
photograph
γ΄ ενικό πρόσωπο
photographs
ενεστώτα μετοχή
photographing
απλός αόριστος
photographed
παθητική μετοχή
photographed
Παραδείγματα
He photographed wildlife during his travels.
Φωτογράφισε την άγρια ζωή κατά τα ταξίδια του.
02
φωτογραφίζομαι, φαίνομαι καλά στη φωτογραφία
to look a certain way when captured in a photo
Intransitive: to photograph in a specific manner
Παραδείγματα
He photographs better with a smile than with a serious expression.
Φωτογραφίζεται καλύτερα με ένα χαμόγελο παρά με μια σοβαρή έκφραση.
Λεξικό Δέντρο
photographic
photograph



























