Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Phonogram
01
φωνόγραμμα, φωνητικό σύμβολο
a written symbol that stands for a word, syllable, morpheme, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
phonograms
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
phonogramic
phonogram



























