Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Phone card
01
τηλεκάρτα, κάρτα τηλεφώνου
a prepaid card or voucher used to make telephone calls, often from public payphones or specific devices
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
phone cards
Παραδείγματα
The old phone card was n’t compatible with the new system.
Η παλιά κάρτα τηλεφώνου δεν ήταν συμβατή με το νέο σύστημα.



























