phone call
phone
fəʊn
fewn
call
kɔ:l
kawl

Ορισμός και σημασία του "phone call"στα αγγλικά

01

τηλεφωνική κλήση

the act of speaking to someone or trying to reach them on the phone 
phone call definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
phone calls
Παραδείγματα
I received a phone call from my friend just as I was about to leave the house. 

Έλαβα μια τηλεφωνική κλήση από τον φίλο μου ακριβώς όταν ετοιμαζόμουν να φύγω από το σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store