Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Baby oil
01
λάδι μωρού, βρεφικό λάδι
a mild and gentle oil formulated specifically for the delicate skin of babies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
baby oils



























