pharmacological
phar
ˌfɑr
φαρ
ma
μα
co
κα
lo
ˈlɑ
λα
gi
ʤɪ
τζι
cal
kəl
καλ
British pronunciation
/fˌɑːmɐkəlˈɒd‍ʒɪkə‍l/

Ορισμός και σημασία του "pharmacological"στα αγγλικά

pharmacological
01

φαρμακολογικός, σχετικός με τη μελέτη ή τις επιδράσεις των φαρμάκων και των φαρμακευτικών σκευασμάτων στο σώμα

related to the study or effects of drugs and medications on the body
example
Παραδείγματα
The pharmacological effects of caffeine can vary depending on individual sensitivity.
Οι φαρμακολογικές επιδράσεις της καφεΐνης μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με την ατομική ευαισθησία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store