Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pharmacological
01
φαρμακολογικός, σχετικός με τη μελέτη ή τις επιδράσεις των φαρμάκων και των φαρμακευτικών σκευασμάτων στο σώμα
related to the study or effects of drugs and medications on the body
Παραδείγματα
The pharmacological effects of caffeine can vary depending on individual sensitivity.
Οι φαρμακολογικές επιδράσεις της καφεΐνης μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με την ατομική ευαισθησία.
Λεξικό Δέντρο
pharmacologically
pharmacological



























