Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Baby's room
01
δωμάτιο μωρού, βρεφονηπιακός θάλαμος
a designated space in a home specifically arranged and furnished for the care, comfort, and sleep of a baby
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
baby's rooms



























