Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pestle
01
γουδοχέρι, κοπάνι
a heavy tool with a round end that is made of stone, clay, or iron, used for crushing or mixing different substances
02
γουδοχέρι, κοπανιστήρι
a club-shaped hand tool for grinding and mixing substances in a mortar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pestles
03
ηλεκτρικό γουδοχέρι, ηλεκτρικός θρυμματιστής
an electric device with a heavy bar used for grinding or crushing items of food
to pestle
01
θρυμματίζω, τρίβω
grind, mash or pulverize in a mortar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pestle
γ΄ ενικό πρόσωπο
pestles
ενεστώτα μετοχή
pestling
απλός αόριστος
pestled
παθητική μετοχή
pestled



























